Home Newsletter 2009 Παρακολούθηση λύκου στο Εθνικό Πάρκο του Appennino tosco-emiliano

από τον Willy Reggioni

Μια αποτελεσματική στρατηγική διατήρησης λύκου πρέπει απαραίτητα να βασίζεται σε αρκετές και αξιόπιστες πληροφορίες. Για το λόγο αυτό μεταξύ του 2001 και 2004 ένα ολοκληρωμένο και κανονικοποιημένο σύστημα παρακολούθησης λύκου έχει ενεργοποιηθεί στην περιοχή των τριών Πάρκων...

στην Περιφέρεια της Emilia Romagna στην Ιταλία, σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Ρώμης «La Sapienza». Σκοπός αυτής της στρατηγικής ήταν να καθιερώσει και να προσδιορίσει βασικές τεχνικές παρακολούθησης παρουσίας λύκου σε μεγάλη κλίμακα.

IΜετά τη δημιουργία του Εθνικού Πάρκου του Appennino tosco-emiliano το οποίο συμπεριλάμβανε τα προαναφερθέντα πάρκα, το εργαλείο παρακολούθησης προσαρμόστηκε σε μια νέα, μεγαλύτερη περιοχή, συμπεριλαμβάνοντας επίσης τμήματα της περιφέρειας της Tuscany. Υπό αυτό το πρίσμα η προτεραιότητα των πρώτων μηνών του Προγράμματος LIFE EX-TRA στο Εθνικό Πάρκο Appennino tosco-emiliano ήταν η προσαρμογή των τεχνικών παρακολούθησης και των πρωτοκόλλων, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης του προσωπικού πεδίου και της έναρξης των δράσεων πεδίου.
Στην πρώτη φάση, ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στο προσωπικό και στην κανονικοποίηση των δράσεων παρακολούθησης. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην προσομοίωση ουρλιαχτού λύκου και στις τεχνικές αναγνώρισης ιχνών στο χιόνι. Συγκεκριμένα εκπαιδευτικά προγράμματα οργανώθηκαν με σκοπό τη βελτίωση του συντονισμού των δράσεων παρακολούθησης ενώ παράλληλα στήθηκε μια κεντρική βάση δεδομένων.
Για την τεχνική της προσομοίωσης ουρλιαχτού λύκου υιοθετήθηκε μια συστημική δειγματοληπτική μέθοδος. Αυτή προβλέπει μια τεχνική «saturation sampling», η οποία περιλαμβάνει απαραίτητες προσαρμογές προκειμένου να ανταποκριθεί στις τοπικές ανάγκες. Συγκεκριμένα, η προκαταρκτική επιλογή των τοποθεσιών προσομοίωσης ουρλιαχτού λύκου καταγράφεται σε μια βάση δεδομένων GIS, όπου η καταλληλότητα του κάθε επιλεγμένου σημείου αναλύεται σύμφωνα με παραμέτρους όπως η θέση του σε σχέση με την υπόλοιπη επικράτεια, οι υποδομές προσβασιμότητας, η παρουσία ενοχλητικών θορύβων (εγκαταστάσεις, καταρράκτες, κτλ) και η απουσία γεωμορφολογικών εμποδίων τα οποία θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τη διάχυση του ήχου. Αυτές οι παράμετροι ελέγχθηκαν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ερευνών πεδίου σε κάθε περιοχή προσομοίωσης ουρλιαχτού λύκου, το καλοκαίρι του 2009. Αυτή η δειγματοληπτική τεχνική επέτρεψε να αποκλειστούν ακατάλληλες περιοχές και συγκέντρωσε τις προσπάθειες σε περιοχές με μεγαλύτερες πιθανότητες φιλοξενίας αγελών λύκων.
Για την τεχνική αναγνώρισης ιχνών στο χιόνι, μία συστηματική δειγματοληψία έγινε τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2009, η οποία περιλάμβανε μια μόνιμη προσπάθεια αναζήτησης ιχνών. Επιλέχθηκε ένα δίκτυο τυχαίων διαδρομών που βρίσκονταν σε γειτονικούς τομείς της περιοχής μελέτης. Αυτή η διαδικασία αύξησε τις δυνατότητες του προσωπικού πεδίου να συναντήσει ίχνη λύκου και να καλύψει όλη την περιοχή του πάρκου, αυξάνοντας επίσης και την αποτελεσματικότητα αυτής της τεχνικής. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση, τα ίχνη τα οποία αρχικά επιλέχθηκαν στο χάρτη σύμφωνα με τις πληροφορίες από το GIS, επιβεβαιώνονται έπειτα στη διαδικασία των συγκεκριμένων ερευνών πεδίου. Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου, οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές παρακολούθησης και τα πρωτόκολλα προσαρμόστηκαν επιπλέον στις λογιστικές ανάγκες όπως η διαθεσιμότητα πηγών και προσωπικού, με σκοπό να αυξάνεται ο αριθμός των δειγμάτων σε μία ετήσια και εποχιακή βάση.