Home Newsletter 2010 Αύξηση των συγκρούσεων μεταξύ ανθρώπου και αρκούδας και ένταση στην περιοχή Smolyan
του Aleksandar Dutsov

Η πόλη Smolyan βρίσκεται στην Οροσειρά Ροδόπης, στη Νότια Βουλγαρία. Σε αυτή την περιοχή βρίσκονται περισσότεροι από 200 οικισμοί διασκορπισμένοι σε 2.700 km2 βιότοπου της αρκούδας. Στη συγκεκριμένη περιοχή κατοικούν περίπου 100.000 άνθρωποι από τους οποίους σχεδόν οι μισοί σε πόλεις όπως το Smolyan (32.000), το Devin, το Chepelare, το Madan (5.000-10.000). Η περιοχή αυτή χρησιμοποιείται επίσης για βόσκηση από 28,000 αιγοπρόβατα και 22,000 βοοειδή και άλογα. Τα τελευταία 15 χρόνια παρατηρήθηκε το φαινόμενο της μαζικής μετακίνησης του πληθυσμού από μικρούς οικισμούς σε μεγάλες πόλεις ή και στο εξωτερικό. Μεγάλο μέρος της γεωργικά εκμεταλλεύσιμης γης και αρκετά σπίτια έχουν εγκαταλειφθεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει λιγότερη όχληση και μεγαλύτερη δασοκάλυψη στις περιοχές γύρω αλλά και μέσα στα χωριά.

Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε αρκετά ο τουρισμός, ενώ παράλληλα εντατικοποιήθηκαν δραστηριότητες όπως το κυνήγι και η δασοκομία. Κάποιες ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η συμπληρωματική χορήγηση τροφής θηραμάτων (οπληφόρων θηλαστικών) και η εντατική συλλογή μανιταριών και μούρων έχουν αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης εξοικειωμένων και εθισμένων σε ανθρωπογενείς τροφικές πηγές αρκούδων. Το πρόβλημα αυτό επιδεινώνεται και λόγω της ανοργάνωτης διάθεσης σκουπιδιών.

Εξαιτίας των παραπάνω προβλημάτων, οι ζημιές από αρκούδες σε ανθρώπινες δραστηριότητες είναι αρκετά εκτεταμένες στο Smolyan. Από το 2001 και μετά οι ζημιές οι οποίες προκαλούνται από είδη όπως η αρκούδα αποζημιώνονται. Αρχικά πολλές από τις ζημιές οι οποίες προκαλούνταν από την αρκούδα δεν αναφέρονταν καν γιατί οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι θα μπορούσαν να αποζημιωθούν για αυτές, δεν είχαν ενημερωθεί σωστά. Από το 2001 και μετά υπάρχει συνεχής αύξηση του αριθμού των ζημιών που δηλώνονται μέχρι το 2009 που είναι και η χρονιά με τις περισσότερες δηλώσεις για ζημιές από αρκούδα (σχήμα 1). Παράλληλα το 2009 ήταν και η χρονιά με το λιγότερο φαγητό για την αρκούδα (λιγότερες φυσικές πηγές), την οποία ακολούθησαν 2-3 χρόνια αφθονίας καρυδιών, βελανιδιών και άλλων αντίστοιχων τροφικών πηγών.

Οι περισσότερες ζημιές από αρκούδα το 2009 ήταν σε μελίσσια (61%) και σε αιγοπρόβατα (28%). Υπήρχε συστηματική πληροφόρηση σχετικά με τις ζημιές υπήρχε συστηματικά από τα ΜΜΕ μαζί με σχόλια των εκπροσώπων των κυνηγετικών συλλόγων και των εκάστοτε τοπικών Δασικών Αρχών. Και οι δύο πλευρές υποστήριζαν πως στην περιοχή φιλοξενούνταν μεγαλύτερος από τον επιτρεπτό αριθμό αρκούδων και ότι υπήρχε «υπερπληθυσμός». Ο λόγος για τον οποίο υποστήριζαν την άποψη αυτή ήταν τόσο για να δικαιολογήσουν το κυνήγι όσο και για να προμηθευτούν κονδύλια για συμπληρωματική χορήγηση τροφής σε αρκούδες. Στις 25 Οκτωβρίου του 2009 ένας κυνηγός δέχτηκε επίθεση από αρκούδα, ενώ κυνηγούσε αγριογούρουνα. Το γεγονός αυτό δεν προκάλεσε βέβαια πολλές συγκρούσεις λόγω του ότι θεωρήθηκε πως ο κυνηγός μπορεί να είχε τραυματίσει την αρκούδα πριν του επιτεθεί. Αργότερα όμως, στις 17 Μαΐου του 2010, ένας άντρας ο οποίος μάζευε καυσόξυλα στο δάσος δέχθηκε επίθεση από αρκούδα και τελικά σκοτώθηκε όχι πολύ μακριά από το χωριό Kutela. Η αιτία αυτής της επίθεσης μπορεί να είναι διπλή: ή η αρκούδα ήταν θηλυκή με μικρά και επιτέθηκε στον άνθρωπο για να τα προστατεύσει ή ο άντρας τρόμαξε την αρκούδα και το ζώο ένιωσε παγιδευμένο (ήταν δηλαδή σε πολύ κοντινή απόσταση και δεν μπορούσε να διαφύγει). Η τραγωδία αυτή η οποία συνέβη ένα χρόνο μετά τη χρονιά των περισσότερων καταγεγραμμένων ζημιών από αρκούδα ενέτεινε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Την ίδια περίοδο και λόγω της οικονομικής κρίσης, πολλοί από τους ανθρώπους που έχασαν τις δουλειές τους, στράφηκαν στη συλλογή μανιταριών για λόγους βιοπορισμού. Περίπου ένα μήνα μετά από το παραπάνω ατύχημα, μία αρκούδα επιτέθηκε σε δύο ακόμα ανθρώπους ενώ μάζευαν μανιτάρια. Η γυναίκα νοσηλεύτηκε βαριά τραυματισμένη και ενώ επιβίωσε, είχε εμφανή σημάδια στο πρόσωπο και υπέστη τρομερό σοκ. Ο άντρας διασώθηκε με πολύ πιο ελαφρά τραύματα. Κανένα συγκεκριμένο διαχειριστικό μέτρο δεν λήφθηκε την περίοδο εκείνη, παρά μόνο ανακινήθηκαν οι συζητήσεις για υπερπληθυσμό αρκούδας στην περιοχή. Η πληροφορία αυτή βέβαια δε βασίζεται σε αξιόπιστες έρευνες αλλά σε ενδείξεις όπως: 1) στο ότι οι άνθρωποι έβλεπαν πιο συχνά αρκούδες από ότι παλιότερα-χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές αλλαγές όπως είναι η αύξηση του αριθμού των κυνηγών και των επισκεπτών και 2) η αύξηση του αριθμού των ζημιών που προκαλούσαν οι αρκούδες- η οποία όμως κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην αύξηση του αριθμού των προβληματικών ζώων που στηρίζονταν σε ανθρωπογενείς τροφικές πηγές για να επιβιώσουν.

Με σκοπό να μειωθεί η ένταση, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Υδάτων υποσχέθηκε την μετακίνηση 8 αρκούδων ώστε να μειωθεί η πυκνότητα του πληθυσμού ( χωρίς όμως να γίνει διάκριση μεταξύ προβληματικών ατόμων του πληθυσμού και μη). Δόθηκαν επίσης δύο άδειες για να σκοτώσουν προβληματικά ζώα και έτσι σκότωσαν δύο αρκούδες αμέσως μετά τα ατυχήματα που περιγράψαμε προηγουμένως.

Η ομάδα του προγράμματος LIFE EX-TRA εξέδωσε δελτία τύπου και συμμετείχε σε συναντήσεις με Κρατικές Αντιπροσωπείες και Τοπικά Συμβούλια, καθώς και με τοπικές αρχές και ΜΚΟ. Μαζί με την EcoLogic-Συμβουλευτική και το Ίδρυμα για τη Διατήρηση της Φύσης ετοίμασε ένα φυλλάδιο με τίτλο « Αρκούδες και άνθρωποι – Αμοιβαία Συνύπαρξη» το οποίο περιείχε πληροφορίες σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά σε περιοχές όπου είναι βιότοποι αρκούδας. Το φυλλάδιο έδινε επίσης πληροφορίες για το πώς συμπεριφερόμαστε σε περίπτωση που συναντήσουμε αρκούδα και με σκοπό την αποφυγή ατυχημάτων.

Με σκοπό να ελαχιστοποιηθεί το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί, διοργανώθηκαν συναντήσεις με τις κοινότητες 25 οικισμών που είχαν δεχθεί τις περισσότερες επιθέσεις από αρκούδες. Στις συναντήσεις αυτές, παρευρέθηκαν ειδικοί από τους Balkani WS μαζί με εκπροσώπους από Υπουργεία, κοινότητες και τοπικά συμβούλια και συζήτησαν με τους ντόπιους (τους κατοίκους των περιοχών αυτών) τα προβλήματα που είχαν με τις αρκούδες.

Το προσωπικό του προγράμματος συμμετείχε επίσης σε συναντήσεις με βουλευτές και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, σχετικά με την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων οι οποίες είχαν προταθεί στο κοινοβούλιο. Δυστυχώς όμως η Καφέ αρκούδα είναι πια νόμιμα θηρεύσιμο είδος με μέγιστο όριο θήρευσης το 3% του πληθυσμού της χώρας. Βασικό επιχείρημα για την αλλαγή αυτή είναι ο έλεγχος του υπερπληθυσμού της αρκούδας, παρόλο που η ρύθμιση αυτή παραβιάζει τα άρθρα 12 και 16 της Οδηγίας 92/43 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, καθώς η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν έχει ενσωματωθεί στην εθνική.